Η Παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά του Πλωμαριόυ – απαοσπάσματα Μαρίας Α. Αναγνωστοπούλου

Η αναζήτηση και ανίχνευση της παραδοσιακής φορεσιάς του Πλωμαρίου επιχειρείται μέσα από τα προικοσύμφωνα της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη και τους καταλόγους ειδών ρουχισμού και οικοσκευής δηλαδή πράξεις απογραφής κληρονομιάς.

Δύο τύποι φορεσιάς – Ο μεταγενέστερος τύπος φορεσίας.

Από τα προικοσύμφωνα και τους καταλόγους ανιχνεύουμε στοιχεία που οδηγούν στη σύνθεση δύο τύπων γυναικίας φορεσιάς, ενα παλιότερο με καθοριστικό φόρεμα το «φουστάνι» κι ένα νεότερο με το σαλβάρι τη γνωστή βράκα που επικράτησε και φορέθηκε σαν τοπική ενδυμασία ως τα νεότερα χρόνια. Η επικράτηση του νεότερου τύπου της «βρακοφορούσας» φαίνεται να συμπίπτει περίπου με το χρόνο της ομαδικής μετοίκησης του παλιού Πλωμαρίου στον παραλιακό Ποταμό και σε άλλα χωριά.

Μια αυθεντική περιγραφή σύμφωνα με το μουσείο Μπενάκη αποτελείται από το σαλβάρι, το πουκάμισο, το γιλέκι, τη βρακοζώνα, το λεπαντέ και το γιλέκι για την γυναίκα της Λέσβου οπότε και ο συσχετισμός με όσα αναγράφονται για την ενδυμασία της γυναίκας του Πλωμαρίου.

Το βρακί (σαλβάρι) αποτελεί το κύριο τμήμα στο νεώτερο τύπο της παραδοσιακής φορεσιάς του Πλωμαρίου. Παρουσιάζει κατά τόπους διαφορές που εντοπιζόταν στην εξωτερική του φόρμα. Τα πλωμαρίτικα βρακιά είχαν την προσθήκη της «κλαπάτσας». Έτσι ονομάζονταν τα δύο ξέχωρα τμήματα του βρακιού, που ράβονταν στα πλάγια του κάτω μέρους και σχημάτιζαν τα δύο καλαμοβράκια. Αυτά έδεναν κάτω από το γόνατο κι άφηναν την βράκα να πέφτει αναδιπλωμενη ως τον αστράγαλο. Κατά κανόνα το πλωμαρίτικο βρακί ήταν μακρύ κι έδινε την εντύπωση πολύπτυχηξς φούστας. Φοριόταν με εσωτερικά βρακιά περίπου όμοια στο μέγεθος και στο κόψιμο με τo εξωτερικό. Η συμμετρική τακτοποίηση των πτυχών της βράκας γινόταν με σχολαστική ακρίβεια φιλαρέσκεια απαραίτητη για το αρμονικό ζύγισμά της. Τα πρόσθετα βρακιά, που αύξαιναν τον όγκο της έδιναν πλαστικότητα στη φόρμα της και χάρη στο περπάτημα με την κυματιστή κίνηση βάρκας.

rouxo1Το πλωμαρίτικο πουκάμισο όπως το ξέρουμε από την πρόσφατη παράδοση, ήταν άσπρο ή χρωματιστό, μεταξωτό η βαμβακερό. ‘Ηταν ακόμη το πιο χαριτωμένο τμήμα της φορεσιάς με τα πλουμίδια του, τη βελονίσια δαντέλλα στο ανοιγμα του λαιμού και στις μανσέττες. Με τα φουσκωτά στους ώμους μανίκια, τα μπαστάκια πάνω ή κάτω από το στήθος, κα το ραμμένο πίσω ζωνάκι, που έδενε μπροστά στη μέση, τονιζόταν η πλαστικότητα του πανω κορμιού.

rouxo2Ο αλιμπαντές ή λιπαντές είναι ένας κοντός επενδυτής χειριδωτός, που φτάνει μέχρι την μέση και γίνεται από τσόχα, βελούδο ή κασμήρι. Ο νυφικός κι ο επίσημος στολίζεται με χρυσοκεντήματα, τις κουκουναριές και πλαισιώνεται στις άκρες από χρυσό σειρήτι. Ο λιμπαντές του Πλωμαρίου πρέπει να είναι διαφορετικός από ότι θυμούνται οι γεροντότεροι. Ήταν είδος σάκου ανοιχτού μπροστά που έφτανε κάτω από τη μέση και γινόταν σε διάφορα χρώματα από τσόχα ή βελούδο. Έφερε γύρω στο λαιμό και μπροστά κάθετη διακόσμηση με γαιτάνια σε ποικίλα σχέδια, όπως και στο κάτω μέρος του μανικιού.

 

Το καμιτζόρι έμεινε να λέγεται ο κοντός σάκος με τα μονοκόμματα μανίκια που φοριοταν πάνω από το πουκάμισο. Γινόταν με λεπτότερα υφασματα από τον λιμπαντέ και ήταν ενδυμα της ώριμης ηλικίας. Στο Μεγαλοχώρι το παλιό καμιτζόρι είναι σκούρο κόκκινο προς το μώβ, μεταξωτό, φοδραρισμένο με λευκό ύφασματου εμπορίου ελαφρά σταυρωτό μπροστά. Δένει στο πλάϊ με γαιτάνι μεταξωτό και γαρνίρεται από το ίδιο στον περίγυρό του και στα μανίκια. Το κάτω μέρος του μανικιού παρουσιάζει κάποια ιδιομορφία. Το ένα τέταρτο του στη θέση της μανσέττας κόβεται εξωτερικά αφήνοντας προφανώς με κάποια φιλαρέσκεια να φαίνονται και η δαντέλλα του πουκαμίσου.

Η βρακοζώνα είναι πλεγμένο κορδόνι από μαλλί ή βαμβάκι που περνά εσωτερικά από την βρακοθηλιά και δένει μπροστά συγκρατόντας την βράκα. Αναφέρονται βρακοζώνες από Θράκη και Μ. Ασία ως ζωνάρια κεντημένα στις δύο άκρες με μετάξι και χρυσάφι.

rouxo3Το τσεμπέρι ειναι το κεφαλοδέσι της παραδοσιακής φορεσιάς της Λέσβου. Στην Αγίασο,στη Γέρα όπως και σε όλα χωρια του Πλωμαρίου τα τσεμπέρια ήταν γνωστά γιατί τα πουλούσαν οι Πλωμαρίτισσες που ήταν και σπουδαίες τεχνίτρες στο να πλουμίζουν. Έφτιαχναν με την βελόνα και λεπτά μετάξια, στο γύρω του τσεμπεριού και ιδιάτερα στις γωνίες, που φαίνονταν στο δέσιμο στο κεφάλι, πολύχρωμα λουλουδακια, αριστουργήματα τεχνικής.

Η παραδοσιακή φορεσιά περιγραφεται ακόμη απο τα: φίνικα ασπρο βαμβακερό μαντήλι, το τουλπάνι, διακοσμημένο στον περίγυρο με ένα είδος απλής δαντέλλας οπό οπου κρέμονταν τα ψηφέλια (χρωματιστές μικρές χάντρες) και τα πιτάλια (πούλιες), το γιλέκι, μεταξωτό ύφασμα ή βελιό που φοριόταν κατω από τον αλιμπαντέ. Πλωμαρίτικα γιλέκια ήταν από βελούδο ή μετάξι δίχως μανίκια, το κοντογούνι ήταν σάκος που το μάκρος του έφτανε ως του γοφούς και γινόταν από τσόχα.

Ο παλιότερος τυπος φορεσιάς – Μεταβατικός τύπος φορεσιάς

Τα ανιχνεύουμε σε παλαιότερα έγγραφα του 19ου αιώνα. Βέβαια συνυπάρχουν με μεταγενέστερα τύπου ενδύματα. Σε προικοσύμφωνα του 1801 αναφέρονται το φουστάνι, το πουκάμισο, το μπούστο, το αντερί, το μαντήλι ποσί, τα προμάνικα . Το φουστάνι ήταν φούστα πολύπτυχη από μεταξωτό ύφασμα, συνήθως μωβ σκούρο και φοριόταν με μεσοφόρι φαρδύ για να πλαταίνει κάτω. Για πανωκόρμι είχε πουκάμισο λευκό κεντημένο ή διοακοσμημένο με δαντέλλα στο άνοιγμα του λαιμού και κάτω στο μανίκι. Έμπαινε μέσα στη φούστα και συχνά συνοδευόταν από ζωνάρι, που τύλιγε τη μέση κια άφηνε μπροστά να κρέμονται οι δύο κεντημένες άκρες. Σαν συμπλήρωμα έφερε το γιλέκι και φοριόταν όπως το καμιτζόρι. Ο μπούστος ήταν εξωτερικό ή ενδιάμεσο τμήμα της φορεσιάς φτιαγμένος απο μεταξωτά υφάσματα και διακοσμημένος από χρυσό που συνδυαζόταν με το αναλογο γιορτινό ή καθημερινό φουστάνι. Στα πλωμαριτικα χωριά ο μπούστος ήταν κοντό ζιπούνι, χωρίς μανίκια εφαρμοστό που εσφιγγε το στήθος και φοριόταν πάνω από το πουκάμισο. Το αντερί ήταν εξωτερικό είδος φορέματος, το καλοκαίρι φοριόταν με το φουστάνι ανοιχτο προς τα εμπρός χρώματος μαβί ή νεφτί μεταξωτό ενω το χειμώνα ήταν ο επενδυτής που ποίκιλε σε μάκρος. Το μαντήλι ποσί ήταν μαντήλι σαν είδος καλύπτρας, σαν μεταξωτή εσάρπα ή είδος μπόλιας. Τα προμάνικα ήταν πρόσθετα μανίκια ή τμήμα μανικιών, κατάλοιπο, πιθανώς της Βυζαντινής παράδοσης. Στην έρευνά μας στο Μεγαλοχώρι συναντήσαμε δύο εκδοχές γύρω από αυτά. Συμφωνα με την πρώτη ήταν τμήμα ξεχωριστό του μανικιού είδος πλατιάς μανσέττας που έφερε κεντημένη διακόσμηση και κάλυπτε για λούσο πρόσθετα το κάτω μέρος του μανικιού. Σύμφωνα με την δεύτερη ήταν ξέχωρα μισά μανίκια,που φοριόταν πάνω από το πουκάμισο από τον αγκώνα και κάτω και συγκρατιόταν με γαιτάνι που πέρνουσε μέσα από θηλειά.

Ο μεταβατικός τύπος φορεσιάς μας δειχνει την υπαρξη φορέματος και βράκας. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η παρουσία βράκας – σαλβαρίου κάτω από το κοντύτερο φουστάνι. Παρουσία μποτας σε χαλκογραφίες της νησου δηλωνουν γυναικα υπάιθρου που έχει ενεργό μέρος στις δουλειές των χωραφιών. Ο συνδυασμός αυτός διατηρήθηκε μεμονωμένα ως τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *