ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

Ο Σύνδεσμος μας συμμετείχε στον εορτασμό της απελευθέρωσης του Νησιού μας από τον Οθωμανικό ζυγό, στην εκδήλωση που διοργάνωσε η «Λεσβιακή Παροικία», στην κατάμεστη αίθουσα του «Συλλόγου Αθηναίων», το Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016.

Την παρακάτω ομιλία με εκτενή αναφορά στην προσφορά των Πλωμαριτών στην απελευθέρωση της Λέσβου από τον Οθωμανικό ζυγό έκανε ο Πρόεδρος του Συλλόγου Πλωμαριτών Αττικής «Βενιαμίν Λέσβιος» κ. Δημήτρης Χαλαυτής:

Πριν τριάντα τόσα χρόνια ο αείμνηστος και άξιος Δήμαρχος Πλωμαρίου Χρύσανθος Γαλέτσας, που χάσαμε νεότατο, διηγιόταν ένα ευτράπελο περιστατικό: Ακροατής της ομιλίας του στην Τ.Ε.Δ.Κ., της οποίας εξελέγη τελικά Πρόεδρος, δεν τον πίστευε ότι ήταν Πλωμαρίτης, γιατί λέει δεν του φαινόταν αρκετά «ξλουμένους» (τρελός) για Πλωμαρίτης!

 Ίσως αυτός ο πατριωτικός ενθουσιασμός, που μας χαρακτηρίζει και που αποδίδεται από κάποιους «ζηλόφθονα» στο ούζο, να είναι ο παρεξηγημένος ηρωισμός – λέξη που άλλωστε από μόνη της εμπεριέχει την έννοια της τόλμης και της περιφρόνησης του κινδύνου – ίδιο των πρωτεργατών κάθε επαναστατικής κίνησης.

Δεν θα καταχραστώ το χρόνο  κομπάζοντας – σαν έκφραση ενός ιδιότυπου σοβινισμού – για τα Πλωμάρια, όπως λεγόταν η πόλη με τα χωριά της, γιατί κάθε τόπος του Νησιού μας έχει τη δική του συνεισφορά στον αγώνα. Ας θυμηθούμε μόνο πως η περιοχή τότε με τα ελαιοτριβεία, τα σαπωνοποιία, τις ποτοποιίες και τα ναυπηγεία της, ήταν τετραπλάσια σε κατοίκους, οικονομική άνθιση και αίγλη από τη σημερινή.

Θα εστιάσω μόνο περιληπτικά σε ειδικά γεγονότα και ανθρώπους, σε μια προσπάθεια να διασαφηνίσουμε τα όρια μεταξύ απερισκεψίας και ηρωισμού, που φτάνει μέχρι την αυτοθυσία, υπερασπιζόμενος φυσικά την τιμή της γενέτειράς μου, για να φανεί, πως η φιλοπατρία και ο ηρωισμός κι όχι η αφροσύνη, ήταν η κινητήρια δύναμη του πατριωτικού αγώνα των προγόνων μας.

 

Και, μη όντας Ιστορικός, θέλω προκαταβολικά να ευχαριστήσω τους πλέον ειδήμονες εμού, κκ. Αριστείδη Στεργέλλη, Διδάκτορα Φιλοσοφίας, Αμφιτρίτη Καζάζη-Καπερώνη, Ιστορικό, Βασιλική Κουρβανιού, Φιλόλογο, Άρη Κυριαζή και Μαριάνθη Βάμβουρα, Εκπαιδευτικούς και Ξενοφώντα Μαυραγάνη, Νομικό και Λογοτέχνη, τα στοιχεία των οποίων δανείστηκα.

Στις 29 Οκτωβρίου του 1912, λίγες μέρες δηλαδή μετά την κήρυξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, συμβαίνει ένα απρόβλεπτο περιστατικό στο Πλωμάρι, που συμβάλει στην επίσπευση της δράσης του ελληνικού στόλου για την πραγματοποίηση του πολυπόθητου ονείρου της Απελευθέρωσης. Μερικοί Τούρκοι στρατιώτες, μπαίνουν περνοδιαβαίνοντας στο δημοτικό σχολείο του Ταρσανά. Ο γέρο-δάσκαλος, Παναγιώτης Στεφανίδης, φοβούμενος πιθανώς τα χειρότερα, αφού την προηγούμενη Τούρκοι στρατιώτες είχαν κακοποιήσει μια δασκάλα και είχε επακολουθήσει συμπλοκή με αποτέλεσμα το φόνο δύο Τούρκων στρατιωτών, προσπαθεί με φωνές να τους διώξει, καλώντας συγχρόνως σε βοήθεια.

Αστραπιαία διαδίδεται στην πόλη πως οι Τούρκοι σφάζουν μαθητές στα σχολεία. Ακολουθεί πανικός. Ο κόσμος βγαίνει αλλόφρονας στους δρόμους, γονείς τρέχουν πανικόβλητοι στα σχολεία, ένοπλες ομάδες Πλωμαριτών καταλαμβάνουν τα γύρω υψώματα, ενώ Τούρκοι στρατιώτες πυροβολούν εναντίων των πολιτών. Θύμα της σύγκρουσης ο ένοπλος πολίτης Δ. Πιτσιλαδής, που έτρεχε να παραλάβει το γιο του από το σχολείο.

 

 

 

Ο φόνος εκτραχύνει την κατάσταση. Ένοπλοι πολίτες κυνηγούν με πυροβολισμούς τους Τούρκους στρατιώτες και αυτοί τελικά αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή στη Γέρα για να σωθούν. Την μεθεπομένη όμως επικρατούν οι λιγότερο επαναστατικές απόψεις, αφού οι προύχοντες με πρωτεργάτη το Δήμαρχο Ιωάννη Πούλια, συναντιούνται με τους φυγάδες Τούρκους και συμφωνούν να θεωρηθεί το επεισόδιο λήξαν.

Λίγε μέρες αργότερα, στις 5 Νοεμβρίου, ο Πλωμαρίτης έμπορος Ευστράτιος Λαγίδης, που με την κήρυξη του Βαλκανικού πολέμου έχει έλθει από το Μαρόκο στην Αθήνα και έχει οργανώσει λεσβιακό αντάρτικο σώμα, περιπλέουν με δυο μεγάλα ιστιοφόρα νότια του Πλωμαριού. Στην παραλία της Μελίντας αποβιβάζουν έναν αντάρτη για να συνεννοηθεί με τους προύχοντες για επανάσταση. Οι βολεμένοι όμως προύχοντες τον διώχνουν, για να αποφευχθεί όπως είπαν αιματοχυσία, λες και η απελευθέρωση θα ερχόταν αναίμακτα. Έτσι οι αντάρτες αποβιβάστηκαν τελικά στη Μυτιλήνη και άρχισαν δράση αργότερα στο βόρειο τμήμα του νησιού, ενώ στο Πλωμάρι τότε υπήρχαν περί τους 300 καλά οπλισμένοι, έτοιμοι να επαναστατήσουν.

Την πρωτοβουλία τότε αποφασίζει πως πρέπει να πάρει το «κομιτάτο» – κατά τον όρο της εποχής – μια πενταμελής πατριωτική απελευθερωτική επιτροπή. Αποτελείται από τον μετέπειτα Δήμαρχο και βουλευτή Μαλλιάκα Λαίλιο, το Δημήτριο Λαγουμίδη, τον Αντώνη Ξυπτερά, το Μανώλη Χατζηβασιλείου και το Γεώργιο Βότσαλο. Συναντιόντουσαν και συγκέντρωναν χρήματα για τις ανάγκες για οπλισμό.

 

 

Όταν για κακή τους τύχη τους πέτυχε ο Τούρκος Διοικητής Μπαχά Μπέης και τους ρώτησε τι χρήματα είναι αυτά στο τραπέζι, ο παπά-Σίμος Λίγκος του δικαιολογήθηκε με αθώο ύφος, πως τα μαζεύουν τάχα για τους φτωχούς. Ήταν δε τόσο πειστικός, που ο Τούρκος έβγαλε και πρόσφερε κι αυτός την εισφορά του!

Το κομιτάτο αυτό συνεννοείται με το αντίστοιχο της Μυτιλήνης, που έχει αρχηγούς τον Πρωτοσύγκελο Βασίλειο Κομβόπουλο, τον Πλωμαρίτη εμπορικό πράκτορα και Πρόξενο της Γαλλίας, Θρασύβουλο Μαλανδινό και τον επίσης Πλωμαρίτη Πέτρο Πετρέλλη. Σχεδιάζουν να στείλουν επιστολή με βενζινάκατο στο ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη στο Μούδρο, όπου ναυλοχούσε ο ελληνικός στόλος, για να του εκφράσουν την ετοιμότητα των Λεσβίων για την απελευθέρωση του νησιού, μετά και τα τραγικά γεγονότα στο Πλωμάρι.

Ο Μελανδινός, «ψυχή της απελευθερωτικής κίνησης» σύμφωνα με τον Ζαννή Καμπούρη, ανήκει στην ανερχόμενη κοινωνική τάξη, που θα στηρίξει σταθερά τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις πολιτικές του επιλογές, στον αντίποδα των παλιών αρχόντων, που συνεργάζονταν με τους Τούρκους για να πλουτίζουν και έβαζαν τροχοπέδη ακόμα και σε μορφωτικές πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Βενιαμίν Λεσβίου:

Δεν του επέτρεψαν να ιδρύσει στη Μυτιλήνη τη Σχολή που ονειρευόταν, με αποτέλεσμα να την οργανώσει τελικά στο Αϊβαλή, όπου και κινδύνευσε με αφορισμό από τους ανώτερους κληρικούς, για τις επιστημονικές αλήθειες που δίδασκε.

 Ο Μελανδινός έχει στείλει με πολλούς κινδύνους τέσσερις επιστολές από τις 22 έως τις 29 Οκτωβρίου στο Ναύαρχο Κουντουριώτη με πληροφορίες για το ηθικό, για τον οπλισμό και το πλήθος του τουρκικού στρατού, του προτείνει το καλλίτερο σημείο και τρόπο απόβασης και πορείας του ελληνικού στρατού και τον καλεί να σπεύσει το συντομότερο να καταλάβει το νησί με τη βοήθεια και των ντόπιων μαχητών. Στέλνει επίσης και δύο επιστολές προς τον Υπουργό Στρατιωτικών Ι. Στράτο και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο στις 31 Οκτωβρίου και τις 3 Νοεμβρίου, με την αγωνιώδη ιστορική έκφραση «…Σπεύσατε να μας καταλάβετε» και με την δελεαστικά αισιόδοξη πρόβλεψη «…νομίζω δεν θα ριφθή βολή». Το λεσβιακό μάλιστα δαιμόνιο τον οδηγεί να φτάσει και στο έσχατο επιχείρημα: «…Κατακτήσατε όθεν ημάς το ταχύτερον και τότε θα δείτε, αν η νύμφη αυτή του Αιγαίου θα δυνηθεί να προσφέρει πλέον των 35 εκατ. εις φόρους, ….αφού εις την Τουρκίαν με τας ψευδεστάτας παρ’ ημών εκτιμήσεις (σ.σ. φορολογικές δηλώσεις)… πληρώνομεν ως φόρους…περί τα 25 εκατ.» !

Το πατριωτικό κομιτάτο του Πλωμαρίου παράλληλα, συντάσσει Αναφορά εκ μέρους τάχα των Δημογερόντων προς τον Ναύαρχο Κουντουριώτη, στην οποία διεκτραγωδούν τη δημιουργηθείσα κατάσταση μετά και τα επεισόδια, περιγράφουν την πατριωτική έξαψη που επικρατεί για επανάσταση, δίνουν τις απαιτούμενες στρατιωτικές πληροφορίες και τον καλούν να απελευθερώσει το νησί το συντομότερο.

 Επειδή είναι βέβαιοι ότι η Δημογεροντία δε θα συμφωνήσει, πλαστογραφούν τις υπογραφές των τεσσάρων Δημογερόντων και παραβιάζουν το γραφείο τους – ο Λαίλιος μάλιστα τραυματίστηκε και κουτσάθηκε έκτοτε – για να σφραγίσουν με την τετραπλή σφραγίδα την Αναφορά. Τέσσερις ψυχωμένοι Πλωμαρίτες ναυτικοί οι Ι. Πετρέλης, Γ. Ευαγγελινέλης, Δ. Τσακίρης και Γ. Τόμπρας φεύγουν με πλοιάριο και, μετά από ταξίδι δύο ημερών για το Μούδρο, παραδίδουν την Αναφορά στο Ναύαρχο Κουντουριώτη μαζί με τα ματωμένα ρούχα του σκοτωμένου Δ. Πιτσιλαδή για πειστήριο.

Οι επιστολές του Μελανδινού και της δήθεν Δημογεροντίας του Πλωμαρίου γίνονται ο καταλύτης για να συνεννοηθούν με τον ασύρματο ο Ναύαρχος με τον Ελευθέριο Βενιζέλο κι εκείνος, μετά από αμφιταλαντεύσεις και τη σύμφωνη γνώμη των Μεγάλων Δυνάμεων, να δώσει τη συγκατάθεσή του. Στις 7 Νοεμβρίου ξεκινάει ο στόλος με επικεφαλής το «Αβέρωφ» και φτάνει στη Μυτιλήνη τα χαράματα. Οι απεσταλμένοι Πλωμαρίτες αποβιβάζονται στη Βαρειά και περιφέρουν την ελληνική σημαία στην προκυμαία της Μυτιλήνης μέσα σε μια φρενίτιδα ενθουσιασμού και ζητωκραυγών του πλήθους.

Στις πολύωρες διαπραγματεύσεις, που ακολούθησαν για την παράδοση της πόλης, χρειάστηκε να απειλήσει με το πιστόλι του ο Ναύαρχος τους Έλληνες προκρίτους, που αντιδρούσαν στην απελευθέρωση. Για τον Τούρκο Διοικητή Εράμ Μπέη, που αρνιόταν, γιατί ήταν τάχα υπεύθυνος για την ασφάλεια των κατοίκων, το καταλυτικό επιχείρημα ήταν για άλλη μια φορά ο θάνατος του Δ. Πιτσιλαδή:

 

Ο Πάνος Κουρτζής, υποπρόξενος της Γερμανίας και μεγάλος οικονομικός παράγοντας του νησιού, του θύμισε με το νεκρό Πλωμαρίτη την αποτυχία του, να τηρήσει την τάξη με τους στρατιώτες, που είχε στείλει εκεί.

Την ίδια μέρα στο Πλωμάρι ο οπλαρχηγός καπετάν Μάνος Σιταράς με τους αντάρτες του εκδιώκουν τους Τούρκους χωροφύλακες, απελευθερώνουν τους κρατούμενους αγωνιστές από τις φυλακές και βρίσκουν και παραδίδουν στην οικογένεια το όπλο του νεκρού παλικαριού. Εγκαθιστούν πολιτοφυλακή για την τήρηση της τάξης και ξεκινούν για τα βόρεια Πλωμαριτοχώρια, κυνηγώντας τους Τούρκους στρατιώτες.

Δυο μέρες μετά, το μεσημέρι της 10ης Νοεμβρίου, το υπερωκεάνιο -οπλιταγωγό πια – «Μακεδονία», με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Λυκούργο Τσουκαλά και οδηγό τον Πλωμαρίτη Δημήτριο Στεφάνου, αγκυροβολεί στο Πλωμάρι. Μέσα σε ένα ενθουσιασμένο πλήθος ο υποπλοίαρχος Φωστίνης αποβιβάζεται και ζητά την παράδοση της πόλης από τον Τούρκο Διοικητή Μπαχά Μπέη. Εκείνος του απαντά ότι η πόλη έχει ήδη προ διημέρου καταληφθεί από τους αντάρτες.

Με εορταστικούς κανονιοβολισμούς από το «Μακεδονία» και με τους αξιωματικούς και οπλίτες στους ώμους του κόσμου, μέσα σε έξαλλους πανηγυρισμούς, με σημαίες και λουλούδια κατευθύνονται πρώτα στο Διοικητήριο και μετά στον καθεδρικό Ναό του πολιούχου Αγίου Νικολάου. Με κωδωνοκρουσίες, δάκρυα χαράς και ζητωκραυγές τελείται δοξολογία με απερίγραπτη συρροή κόσμου, εκφωνούνται συγκλονιστικοί λόγοι γεμάτοι πατριωτική έξαρση και μετά στήνεται τρικούβερτο γλέντι στην πλατεία με χορούς με τους αξιωματικούς και τους ναύτες.

Ο πλωτάρχης μάλιστα Λυκούργος Τσουκαλάς παραδίδει ένα κανόνι, δώρο του Ναύαρχου Κουντουριώτη στους Πλωμαρίτες για τη συμβολή τους στην απελευθέρωση.

Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο αυτό το ξεχείλισμα του καταπιεσμένου πατριωτισμού μέσα από το «Άσμα της Ελευθέρας Μυτιλήνης» της Ειρήνης Τυροπώλη, γιαγιάς του διδάκτορα φιλοσοφίας Αριστείδη Στεργέλλη, της «αγράμματης ποιήτριας» όπως η ίδια δήλωνε, που άρχιζε με τους στίχους: «Την 8η Νοεμβρίου, ήτοι Πέμπτη το πρωί, έφθασε στη Μυτιλήνη του «Αβέρωφ» η στολή….».

Έχει προηγηθεί το πρώτο της στιχούργημα «Άσμα Ελληνικής Κατοχής» και έπεται ένα τρίτο, προς τους εθελοντές της Λεσβιακής Φάλαγγας. Η ίδια διακινδύνευε να αντιδρά αγέρωχα στους Τούρκους, όταν μάζευαν τις σοδιές των φτωχών για το χαράτσι και έκρυβε όπλα στο κατώγι του σπιτιού της, που τα προωθούσε με χίλιες προφυλάξεις στους αντάρτες.

Τα προηγούμενες νύχτες μάλιστα, με κίνδυνο τουρκικών αντιποίνων, είχε μαζέψει τα σχολιαρόπαιδα, να τα δασκαλέψει, να τραγουδούν το ποίημά της στο σκοπό του Εθνικού Ύμνου και κρατώντας ένα μεταξωτό σεντόνι από την προίκα της, βαμμένο με μπλε μπογιά για Ελληνική Σημαία, το τραγουδούν όλοι μαζί μέσα στους αλλόφρονες πανηγυρισμούς του πλήθους, που υποδέχονται το ελληνικό άγημα.

Μια άλλη ενθουσιώδης πατριωτική φυσιογνωμία, ο λόγιος Ευστράτιος Μαραγγέλης ή Γραμματίκα, παρά την ηλικία του γυρίζει τους δρόμους, ανεμίζοντας μια τεράστια για το μπόι και τα γεράματά του Ελληνική Σημαία και με ένα πορτραίτο του

Ρήγα Φεραίου, φωνάζοντας με την έμφυτη διάθεσή του για ποίηση, μέσα στις επευφημίες του κόσμου:

«Ρήγα Φεραίε ξύπνησε, γιατ’ ήρθε κείνη η ώρα, τ’ όνειρο που συνέλαβες, να λάβει σάρκα τώρα!».

Την ίδια μέρα ο καπεταν Μάνος Σιταράς με τους αντάρτες του, που είχαν φύγει για να κυνηγήσουν τους δολοφόνους του Δημήτρη Πιτσιλαδή, βοηθούν στην απελευθέρωση της Αγιάσου και την επόμενη, κυριαρχούν στην κεντρική χερσόνησο της Λέσβου, μετά από σκληρή μάχη στους Λάμπου Μήλους με 20 Τούρκους Βασιβουζούκος νεκρούς και ένα μόνο Πλωμαρίτη τραυματία. Κατά τον Καλλονιάτη διδάκτορα Ιατρικής και μετέπειτα Αντιπρόεδρο της Γερουσίας, Ορέστη Κυπριανό: «Εάν ὁ Ἑλληνικός Στρατός ἀμέσως ἐτρέπετο εἰς καταδίωξιν τοῦ ἀσυντάκτως καί ἀτάκτως καί μέ τελείως χαμένον τό ἠθικόν του καί κακήν κακῶς ἀποχωροῦντος Τουρκικοῦ Στρατοῦ, θά ἔληγεν ἔκτοτε ἐκείνη ἡ κατάστασις κατά τήν ὁποίαν ἐπί ένα μήνα καί πλέον ἡ ἡμίσεια σχεδόν Λέσβος ἦτο Ἑλληνική, ἡ δέ ἑτέρα ἡμίσεια Τουρκική». Ήταν τα τρομερά «Φόβια», όπως δίκαια ονόμασε ο λαός την περίοδο αυτή του ενός μήνα, που κόστισαν τη ζωή σε 114 Έλληνες και 363 Τούρκους.

Στις 28 Νοεμβρίου, φθάνει από την Νέα Υόρκη στη Μυτιλήνη, ύστερα από ταξίδι 25 ημερών η «Λεσβιακή Φάλαγγα», με οργανωτή και οικονομικά υπεύθυνο τον επίσης Πλωμαρίτη από το Μπουρό Ευστράτιο Αθανασιάδη. Ήταν 210 εθελοντές από τους οποίους οι 120 από τα Πλωμάρια – που πλήρωσαν μάλιστα με δικά τους λεφτά τα έξοδα για την διατροφή, για τη στολή, για τον οπλισμό ακόμη και τα εισιτήριά τους, για να έλθουν να πολεμήσουν για την πατρίδα.

 

 

Παίρνουν μέρος από τις 6 έως 8 Δεκεμβρίου με τον ελληνικό στρατό και άλλους 115 επίλεκτους από τα Πλωμαριτοχώρια με οπλαρχηγό τον Δημήτρη Τσακύρη, στην τελειωτική μάχη του Κλαπάδου, που σήμανε οριστικά το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας στη Λέσβο.

Ο υπερπατριωτισμός μας όμως είχε και ένα αναίμακτο ευτυχώς θύμα από τα ιερά κειμήλια της Εθνικής Μνήμης αυτή τη φορά: Όταν ο λοχαγός Περικλής Δρίτσας ήλθε μέσα σε παλλαϊκό ενθουσιασμό στο Πλωμάρι επικεφαλής της Λεσβιακής Φάλαγγας, αφιέρωσε τη δοξασμένη τους σημαία στον Πολιούχο Άγιο Νικόλαο με τις υπογραφές όλων τους. Την ανεκπλήρωτη επιθυμία του να ξαναέλθει στο Πλωμάρι ανέλαβε να πραγματοποιήσει πολλά χρόνια μετά το θάνατό του η εγγονή του, που στον απόηχο των διηγήσεων του παππού της, αναζήτησε και με πολύ κόπο βρήκε μια φθαρμένη σημαία, με κάποιους όμως σκούρους λεκέδες αντί για υπογραφές. Οι ηρωικοί αγωνιστές, που ξεπέρασαν τόσες μάχες, είχαν πέσει τελικά θύματα της φιλοπατρίας κάποιας Πλωμαρίτισας, που δεν άντεξε φαίνεται να βλέπει «βρώμικη» την Ελληνική σημαία!

Μπορώ νομίζω τώρα, να υποθέσω πως έχετε πειστεί τελικά και δεν θα χρειαστεί να σας βασανίσω περισσότερο για να ομολογήσετε, ότι η κινητήρια δύναμη των αγωνιστών της ιδιαίτερής μας πατρίδας δεν ήταν η απερισκεψία ή η ομαδική παραφροσύνη αλλά η ενθουσιώδης φιλοπατρία και ο ηρωισμός. Σας ευχαριστώ πολύ για την ακρόαση και σας καλώ να ονομάσουμε τους 114 ήρωες της Λέσβου, που έπεσαν για να μας δείξουν για άλλη μια φορά πως «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία», «ΑΘΑΝΑΤΟΥΣ».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *